δισταγμός


δισταγμός
[дистагмос] ουσ. а. колебание, нерешительность,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δισταγμός" в других словарях:

  • δισταγμός — doubt masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δισταγμός — ο (AM δισταγμός Α και διστασμός) [διστάζω] το να διστάζει κανείς, ενδοιασμός αρχ. αμφιβολία …   Dictionary of Greek

  • δισταγμός — ο αναποφασιστικότητα λόγω αβεβαιότητας, ενδοιασμός: Ο δισταγμός του να μιλήσει ήταν ολοφάνερος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δισταγμοῖς — δισταγμός doubt masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δισταγμοῦ — δισταγμός doubt masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δισταγμῷ — δισταγμός doubt masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δισταγμόν — δισταγμός doubt masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όκνος — Όνομα μυθολογικών προσώπων. Μερικοί τονίζουν το όνομα στη λήγουσα. 1. Γιος του Τιβέρου και της Μαντώς, εγγονός του Τειρεσία ή του Ηρακλή, αδελφός του Αυλήτη, του ιδρυτή της Περουγίας της Ιταλίας. Σύμφωνα με τον Βιργίλιο, είχε χτίσει και τη… …   Dictionary of Greek

  • αβουλία — Ψυχοδιανοητική ανωμαλία που χαρακτηρίζεται από ανικανότητα, αδυναμία ή έλλειψη βουλητικών ενεργειών. Τα αίτιά της μπορεί να είναι οργανικά (υπολειτουργία αδένων) ή ψυχολογικά (διάφορες μορφές νευρώσεων ή ψυχονευρώσεων). Η α. άλλοτε εμφανίζεται ως …   Dictionary of Greek

  • αγνωμιά — και ανεγνωμιά, η [άγνωμος] 1. έλλειψη γνώμης ή βουλήσεως, αναποφασιστικότητα, δισταγμός 2. ανοησία, επιπολαιότητα, απερισκεψία …   Dictionary of Greek